Η πολιτική φιλοσοφία της Αναγέννησης.

Πριν τις αρχές του 16ου αιώνα, το ουμανιστικό κίνημα δεν παρήγαγε κανέναν πολιτικό στοχαστή μεγάλου βεληνεκούς, πράγμα που οφείλεται, όπως έχουμε ήδη πει, στο γεγονός ότι η φιλοσοφία γενικά και η πολιτική φιλοσοφία ειδικότερα δεν αποτελούσαν τομείς συγκεκριμένου ενδιαφέροντος για τους αναγεννησιακούς ουμανιστές. Επαγγελματικά οι ουμανιστές ήταν κυρίως δάσκαλοι, ρήτορες, διπλωμάτες, αυλικοί και γραφειοκράτες, αλλά όχι πολιτικοί στοχαστές. Τα πολιτικά γραπτά τους δεν ήταν ειδικές μονογραφίες που απευθύνονταν σε ειδικό κοινό, αλλά γενικές πραγματείες που επικεντρώνονταν, κατά τα αρχαία πρότυπα, στην αναμόρφωση ατόμων και κοινωνίας. Τα πρότυπά τους ήταν ο Κικέρωνας και ο Σενέκας και το κοινό στο οποίο απευθύνονταν ήταν οι αναγνώστες με μια γενική εκπαίδευση, που για την εποχή σήμαινε μάλλον πλούσιοι έμποροι, διάφοροι επαγγελματίες της αστικής τάξης και αριστοκράτες.

Λέγεται καμιά φορά ότι οι διάφοροι πολιτικοί μεταρρυθμιστές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που πιστεύουν στην αναμόρφωση των ατόμων μέσα από τη μεταρρύθμιση των θεσμών και σε αυτούς που πιστεύουν στη μεταρρύθμιση των θεσμών μέσα από την αναμόρφωση των ατόμων. Σε γενικές γραμμές οι Ιταλοί ουμανιστές του 14ου και 15ου αιώνα εμπίπτουν στη δεύτερη κατηγορία. Το πρωταρχικό τους μέλημα σε αυτή την περίοδο ήταν να αυξήσουν τα επίπεδα σύνεσης και αρετής/σωφροσύνης των μελών της κυρίαρχης τάξης. Είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς συνέβη αυτό.

Η μεγάλη ιδεολογική μάχη στο δυτικό μεσαίωνα δόθηκε ανάμεσα στην Eκκλησία (τον Παπισμό) και την Αυτοκρατορία. Ήδη όμως στις αρχές του 14ου αιώνα η αυτοκρατορική ιδέα έπαψε να έχει απήχηση στα μέλη της ιταλικής αριστοκρατίας. Από την άλλη, η πολιτική διάσταση του Παπισμού είχε χάσει κάθε λαϊκό έρεισμα στο 14ο αιώνα και ο ίδιος ο Πάπας και ο καθολικισμός είχαν πέσει σε ανυποληψία πολύ πριν την εμφάνιση των διαμαρτυρόμενων του 16ου αιώνα. Τα μεγάλα μεσαιωνικά κινήματα που ζητούσαν ευαγγελική μεταρρύθμιση, αποστολική πενία και λαϊκή διακυβέρνηση είχαν περιθωριοποιηθεί πλήρως. Πολιτικά, η περίοδος της αναγέννησης ήταν μια εποχή ολιγαρχών και τυράννων, των οποίων η νομιμότητα στην εξουσία ήταν συχνά αμφισβητήσιμη. Από αυτή την άποψη, ήταν μάλλον αναμενόμενο οι ουμανιστές του 14ου-15ου αι. να στραφούν προς την ηθική αναμόρφωση των ατόμων.

Βεβαίως, η έμφαση που έδιναν οι ουμανιστές στην ατομική και όχι στη θεσμική αλλαγή μπορεί να ερμηνευτεί και ως πολιτικός συντηρητισμός και δεν είναι άδικο να υποστηρίξουμε ότι οι ουμανιστές διανοούμενοι της περιόδου υπήρξαν ουσιαστικά υπερασπιστές του
στάτους κβο της εποχής. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των μοντέρνων πολιτικών στοχαστών που ήταν αποξενωμένοι από την πολιτική εξουσία, οι ουμανιστές εξαρτώνταν από την εκκλησία και τους μονάρχες για την επιβίωσή τους. Γι’ αυτό το λόγο δεν ήταν και πολύ συνετό εκ μέρους τους να απαιτήσουν ριζικές αλλαγές ή να προβούν σε ριζική κριτική της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Γι’ αυτό το λόγο οι περισσότεροι έγραφαν είτε ηθικολογικούς καθρέπτες ηγεμόνων είτε απλώς πανηγυρικούς λόγους για την πατρίδα και τους ηγέτες της. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι ουμανιστές συχνά καλούνταν να λειτουργήσουν ως προπαγανδιστές του πολιτικού καθεστώτος και σχεδόν πάντα η κριτική τους γινόταν στη λογική του καλύτερου και του χειρότερου και όχι στη λογική του καλού και του κακού. Ακολουθώντας τον Αριστοτέλη , αποδέχονταν ότι οι διάφορες μορφές πολιτικής διακυβέρνησης ήταν έτσι δοσμένες από τη φύση και είχαν την τάση να αποτιμούν τις πολιτικές αποτυχίες (ήττα στη μάχη, κοινωνικές αναταραχές, κοινωνική αδικία) ως το αποτέλεσμα ηθικής κατάπτωσης. Πολύ σπάνια έμπαιναν στον κόπο να αναρωτηθούν για την οντολογία της πολιτικής, να αμφισβητήσουν δηλαδή το ίδιο το πολίτευμα.

Φυσικά, οι καθρέπτες τους με ηθικές συμβουλές για τους ηγεμόνες μπορούσαν εύκολα να προσαρμοστούν κατά περίπτωση και να ανακυκλώνονται ες αεί. Για παράδειγμα, η πραγματεία Περί ηγεμόνος (De principe) του Μπαρτολομέο Σάκι γράφτηκε και αφιερώθηκε στον Φεντερίκο Γκοντζάγκα το 1471. Τέσσερα χρόνια αργότερα με μικρές αλλαγές και υπό τον τίτλο Περί ιδεατού πολίτη (De optimo cive) αφιερώθηκε στο Λαυρέντιο των Μεδίκων . Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν πολλά.

Γενικά θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η ουμανιστική πολιτική σκέψη διακρίνεται για τον εμπειρικό και ωφελιμιστικό της χαρακτήρα. Τα ίδια χαρακτηριστικά παρατηρούνται και στα ιστορικά γραπτά τους. Ενώ οι μεσαιωνικοί ιστορικοί είχαν την τάση να ερμηνεύουν τα γεγονότα με όρους ηθικούς και θεοκρατικούς (Θείας Πρόνοιας), θεωρώντας ότι οι αποτυχίες ήταν τιμωρία εκ Θεού και η επιτυχία θεία επιβράβευση, οι ουμανιστές εκκοσμίκευσαν την ερμηνεία της ιστορίας, θεωρώντας τα γεγονότα υπό το πρίσμα των αρετών και των ελαττωμάτων των ανθρώπων, αλλά και ως αποτέλεσμα των ειδικών χαρακτηριστικών μιας συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας. Οι ρεπουμπλικάνοι ουμανιστές για παράδειγμα υποστήριζαν ότι η εξουσία με λαϊκό έρεισμα συνήθως προωθεί ή τείνει να προωθεί την πολιτική της ειρήνης. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων για παράδειγμα στο Λόγο του προς τους Ιταλούς πρίγκιπες για τους ελλοχεύοντες κινδύνους του 1471 προσφέρει μια έξοχη ανάλυση της λογικής του απολυταρχικού επεκτατισμού δείχνοντας πώς η συγκρότηση της οθωμανικής κοινωνίας και εξουσίας αναπόφευκτα σπρώχνει τους Τούρκους να επιτίθενται στους γείτονές τους. Και παρόλο που οι ουμανιστές έβλεπαν την ιστορία ως φιλοσοφική διδασκαλία με παραδείγματα (μια πηγή θετικών ρόλων-προτύπων, όπως θα λέγαμε σήμερα), την έβλεπαν επίσης και ως σχολείο της σύνεσης. Η καλλιέργεια της ηθικής και της σύνεσης ήταν γι’ αυτούς η στην πράξη κατανόηση των αιτιών των γεγονότων και όχι των επιφαινομένων τους.

Στο σημείο αυτό έπαιζε καθοριστικό ρόλο η σχέση τους με την κλασική αρχαιότητα.
Για τους ουμανιστές οι αποτυχίες της σύγχρονής τους χριστιανοσύνης ήταν το αποτέλεσμα της αποξένωσής τους από την κλασική παράδοση, της απώλειας της σοφίας, αρετής, πολιτικής γνώσης και στρατιωτικής δύναμης της αρχαίας Ρώμης. Ωστόσο, η τέτοιου είδους εξύμνηση του παρελθόντος αναπόφευκτα έφερνε τους ουμανιστές σε ρήξη με το παρόν. Η προσπάθειά τους να αναβιώσουν το αρχαίο πολιτικό παρελθόν αργά ή γρήγορα θα τους έφερνε σε ρήξη με τους παραδοσιακούς υπερασπιστές της παράδοσης, τους εκκλησιαστικούς και μοναστικούς θεσμούς και την κουλτούρα που αυτοί αντιπροσώπευαν. Αυτό δε σημαίνει ότι οι ουμανιστές ήταν γενικά εχθρικοί προς τη χριστιανοσύνη· ήταν εξαιρετικά κριτικοί απέναντι σε συγκεκριμένες πρακτικές της και σε πολλές από τις παραδοσιακές αξίες της.

Για παράδειγμα, η καταδίκη της περηφάνειας και της ματαιοδοξίας ήταν για χρόνια βασική παράμετρος της χριστιανικής ηθικής. Οι ουμανιστές όμως συνειδητοποίησσαν ότι μια αναβίωση των αρχαίων αρετών δε θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει και τις ηθικές ανταμοιβές της φήμης και της δόξας. Συνεπώς, για αυτούς η ανταμοιβή της αρετής ενός ανδρείου άρχοντα δεν μπορούσε παρά να μεταφερθεί από τη μέλλουσα σε αυτή τη ζωή. Παρόμοιες ρήξεις ανάμεσα στην ουμανιστική και τη χριστιανική ηθική παρατηρούμε και στο ζήτημα του γάμου. Ο Απόστολος Παύλος θεωρούσε το γάμο συμβιβασμό απαραίτητο για όσους δεν μπορούσαν να ελέγξουν τις γενετήσιες ορμές τους. Η χριστιανική μοναστική ιδεολογία γενικότερα είχε εγκαθιδρύσει μια ιεραρχική ιδεολογία σύμφωνα με την οποία η σεξουαλική αγνότητα επιβραβευόταν σε βάρος της σεξουαλικής πράξης. Ο Άγιος Ιερώνυμος είχε υποστηρίξει ότι η μόνη πραγματική αξία του γάμου ήταν το γεγονός ότι μπορούσε να δημιουργήσει νέους/-ες παρθένους/-ες για τη δόξα του Κυρίου.

Οι ουμανιστές εξέφρασαν αρκετά διαφορετικές (κοσμικές βέβαια) θέσεις.
Ένας από αυτούς ο Ματέο Παλμιέρι το 1435 έγραφε:
Είναι πολύ χρήσιμο να κάνει κανείς παιδιά. Βοηθάει στην αύξηση του πληθυσμού και στην προσφορά πολιτών στην πατρίδα. Με την κατάλληλη ανατροφή τα παιδιά γίνονται χρήσιμοι πολίτες για την ίδια την πόλη αλλά και έξω από αυτήν, στους πολέμους της αλλά και στις περιόδους ειρήνης, και συνεισφέρουν στην κοινωνική ανάπτυξη και προαγωγή όλων.
Για τους ουμανιστές ο γάμος είναι η βάση της οικογένειας και οι οικογένειες αποτελούν τους θεμέλιους λίθους του κράτους. Άντρας και γυναίκα αποτελούν ένα σύνολο προορισμένο από τη φύση να εγγυηθεί την ευημερία της κοινωνίας. Ο ρόλος του άντρα είναι να αποκτά και ο ρόλος της γυναίκας να διατηρεί/συντηρεί. Ο πλούτος που παράγεται με αυτό τον τρόπο βοηθάει στην ανάπτυξη της οικογένειας, της πόλης και του κράτους. Η έμφαση που έδιναν οι ουμανιστές στον πλούτο ήταν αντίδραση στην παλιά χριστιανική παράδοση της αποστολικής πενίας που είχε βρει τη θεσμική έκφραση της στο 13 αι. με το τάγμα των Φραγκισκανών . Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε και την ανάπτυξη της νέας αστικής τάξης των πλούσιων εμπόρων για τους οποίους η κατάκτηση πλούτου ήταν καθολική, παγκόσμια, αλλά και φυσική επιταγή.

Αλλά για να επιστρέψουμε στην καθαυτό πολιτική σκέψη: είναι γνωστό ότι η μεσαιωνική Ιταλία παρήγαγε δύο βασικές παραδόσεις πολιτικής σκέψεις: μία που υπεράσπιζε τη μοναρχία ως την καλύτερη μορφή διακυβέρνησης και μιαν άλλη που έβλεπε στο λαϊκό έρεισμα την καλύτερη εγγύηση εναντίον της τυραννίας (ρεπουμπλικανισμός). Και οι δύο αντλούσαν συνειδητά από αρχαία ρωμαϊκά πρότυπα και πηγές· και οι δύο επίσης αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας και εμπλουτισμού στα χρόνια της αναγέννησης.

Η πιο ενδιαφέρουσα συμβολή της αναγέννησης στην πρώτη άποψη ήταν ότι κάποιοι ουμανιστές λόγιοι που υπηρετούσαν στις αυλές ηγεμόνων της αναγέννησης προσπάθησαν να καταργήσουν τη διάκριση μοναρχίας- τυραννίας. Και σε αυτό αναμφίβολα τους βοήθησε η ανακάλυψη νέων κειμένων μέσα από το ουμανιστικό κίνημα (κειμένων του Ισοκράτη, του Ξενοφώντα, κ.ά.). Η γενική τους θέση ήταν ότι, εφόσον η εξουσία είναι ούτως ή άλλως αυθαίρετη, εκείνο που έχει πραγματική σημασία είναι η ενάρετη άσκησή της (πράγμα που έρχεται σε ρήξη με τη σκέψη νομικών του 14ου αιώνα, ας πούμε, για τους οποίους το χαρακτηριστικό των τυράννων είναι η καταπίεση και η αδικία). Στο 15ο αιώνα υποστηρίζεται ότι οι τύραννοι είναι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους: κάποιες πράξεις τους είναι δίκαιες, άλλες είναι άδικες. Και ότι θα πρέπει κανείς να κρίνει τους ηγεμόνες από το σύνολό του έργου τους κατά περίπτωση, χωρίς να προσπαθεί να τους εντάξει σε a priori κατηγορίες καλού ή κακού πρίγκιπα, βασιλιά ή τύραννου.

Στη σύγχρονη βιβλιογραφία φυσικά γίνεται περισσότερος λόγος για το ρεπουμπλικανισμό της αναγέννησης παρά για τις θέσεις της σχετικά με τη μοναρχία και την τυραννία. Ο ρεπουμπλικανισμός ως πράξη εξουσίας σχετίζεται άμεσα με τη Βενετία και ουσιαστικά τελειώνει για την Ιταλία το 1798, όταν πλέον οριστικά καταλύεται η Βενετική δημοκρατία και καταλαμβάνεται από το Ναπολέοντα. Οι Φλωρεντινοί και Βενετοί ουμανιστές αναβίωσαν τη ρεπουμπλικανική παράδοση το 14ο αιώνα, με βάση φυσικά τις σύγχρονες τους πολιτικές πραγματικότητες. Στα τελη του 14ου αιώνα η Ρώμη, η Φλωρεντία, η Βενετία και το Μιλάνο είχαν αρχίσει να επεκτείνονται και να ενσωματώνουν τις γειτονικές τους πόλεις στο κράτος τους. Οι ρεπουμπλικάνοι ουμανιστές, αντλώντας από τις παραδόσεις της αυτοκρατορικής ιδεολογίας της αρχαίας Ρώμης, έμαθαν να υμνούν τις επεκτάσεις αυτές ως την υπεράσπιση της ελευθερίας εναντίον της τυραννίας. Αργότερα, όσο διευρυνόταν η γνώση και άρα και το επιχειρηματολογικό οπλοστάσιό τους, οι ουμανιστές θα κάνουν λόγο για την αξία και την αξιοπρέπεια της ενεργούς πολιτικής ζωής, του vivere civile. Στο 15ο αιώνα ο Λεονάρντο Μπρούνι και άλλοι Φλωρεντινοί ουμανιστές, αντλώντας από το Σαλούστιο και τον Τάκιτο , θα υποστηρίξουν ότι η άνθιση των τεχνών και των γραμμάτων επιτυγχάνεται σε περιόδους πολιτικής ελευθερίας (ρεπουμπλικανισμός), ενώ η παρακμή τους σχετίζεται με τη μοναρχία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ολιγαρχικό σύστημα διακυβέρνησης, που όμως συχνά καλύπτεται πίσω από μια λαϊκίστικη ρητορική. Στη Φλωρεντία, για παράδειγμα, η εξουσία του ηγεμόνα πηγάζει από τη λαϊκή στήριξη, αλλά ήδη από το 1290 και μετά είχε ουσιαστικά μετατραπεί σε προνόμια ενός μικρού αριθμού παλαιών, πλουσίων και ισχυρών οικογενειών, που ενώ αυτές μόνο εναλλάσσονταν στην εξουσία, διατηρούσαν τη ρητορική του λαϊκού ερείσματος. Και ενώ ο Μπρούνι εκθειάζει στα γραπτά του τη φλωρεντινή παράδοση της ελευθερίας και της συμμετοχής του λαού στη διακυβέρνηση, στην ουσία του το σύστημα παρέμενε
ολιγαρχικό (πεφωτισμένη δεσποτεία).

Όταν οι Μέδικοι το 1434 καταλαμβάνουν πραξικοπηματικά την εξουσία στη Φλωρεντία, γίνεται μάλλον σαφές ότι τα περί λαϊκού ερείσματος ήταν απλώς παραμύθια. Το θετικό είναι ότι οδηγούν σε επανεκτίμηση και επαναδιατύπωση των αρχών του καθεστώτος.

Στο τέλος του 15ου αιώνα οι γεωπολιτικές συνθήκες (Οθωμανοί) ευνόησαν τη δημουργία αυτού που λέμε σύγχρονο κράτος. Οι Οθωμανοί καταφέρνουν να συνέλθουν από τη βαθιά πολιτική κρίση διαδοχής του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή (πεθ. το 1481) και ανανεώνουν τις επιθέσεις τους στην ανατολική Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Πολλοί πολιτικοί σχολιαστές της Δύσης, βλέποντας την ίδια περίοδο των κατακερματισμό της ευρωπαϊκής ηπείρου και την αδυναμία των ηγετών να συνασπιστούν εναντίον ενός κοινού εχθρού, αρχίζουν να θεωρούν την εξόντωση της χριστιανοσύνης μια υπαρκτή πλέον πιθανότητα. Επιπλεόν γύρω στο 1500, Γάλλοι, Γερμανοί και Ισπανοί απειλούν και υποτάσσουν μέρος της Ιταλικής χερσονήσου. Η Ιταλία για πρώτη φορά μετά από έναν αιώνα άνθισης αντιμετωπίζει πολιτική κρίση, το ίδιο και οι ουμανιστές, οι οποίοι για περισσότερα από 100 χρόνια υμνούσαν την εξουσία των πόλεων-κρατών και διέδιδαν αφελώς ότι πολιτικές αλλαγές ήταν δυνατόν να επιτευχθούν μέσω της ηθικής μεταρσίωσης των πολιτικών. Πού ήταν όμως οι μεγάλοι Ιταλοί ηγεμόνες, οι πατριώτες στρατιώτες, οι ενάρετοι αστοί, όταν ο Κάρολος ο 8ος προήλαυνε στο Βορρά της Ιταλίας χωρίς να συναντήσει σχεδόν καμιά αντίσταση;

Σε επίπεδο πολιτικής φιλοσοφίας όλη αυτή η αλλαγή στη σκέψη των ουμανιστών σχετίζεται με την εμφάνιση του κορυφαίου ουμανιστή του 16ου αιώνα, του Νικολό Μακιαβέλι. Ακριβώς επειδή οι συνθήκες είχαν αλλάξει, ο Μακιαβέλι υπερασπίζεται τη λαϊκή διακυβέρνηση στα γραπτά του, χωρίς να εξαντλείται σε επίπεδο ρητορικής. Είναι επίσης σφοδρός πολέμιος της χριστιανικής ηθικής σε πολιτικό επίπεδο. Οι παλαιότεροι ουμανιστές προσπαθούσαν είτε να συμφιλιώσουν το χριστιανισμό με τις παγανιστικές ιδέες είτε να διαχωρίσουν την πολιτική από τη θρησκεία δίνοντας στην καθεμία τη δική της σφαίρα επιρροής. Ο Μακιαβέλι χωρίς περιστροφές υποτάσσει τη θρησκεία στα συμφέροντα της κοινωνίας των πολιτών· είναι ο πρώτος πολιτικός διανοούμενος που το κάνει. Επίσης, ο Μακιαβέλι χρησιμοποιεί διαφορετικά από τους άλλους ουμανιστές τις κλασικές πηγές. Οι παλιότεροι ουμανιστές μιμούνταν τους κλασικούς συγγραφείς με έναν τρόπο που ο Μακιαβέλι αποκαλεί επιφανειακό. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αυτό που θέλει να γνωρίζει από το παρελθόν είναι τα μυστικά της εξουσίας και της επιτυχίας. Για να το επιτύχει αυτό χρειάζεται να πάει ένα βήμα παραπέρα από τους θρήνους αρχαίων και σύγχρονων ηθικολόγων, να προσπεράσει την απλοϊκή και αφελή αντίληψη ότι οι άνθρωποι της αρχαιότητας ήταν κατά κάποιον τρόπο πλασμένοι από καλύτερη πάστα σε σχέση με τους μοντέρνους. Για τον Μακιαβέλι, χρειάζεται κανείς να μελετήσει τις πράξεις αρχαίων, αλλά και μοντέρνων για να ανακαλύψει όχι τις ηθικές αξίες τους, αλλά την ίδια τους τη συμπεριφορά και τους λόγους για τους οποίους η συμπεριφορά αυτή αποδείχτηκε πετυχημένη ή αποτυχημένη. Με αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στη διατύπωση συγκεκριμένων κανόνων συμπεριφοράς που θα περιόριζαν το ρόλο της τύχης και θα αύξαναν τις πιθανότητες επιτυχίας. Ακολουθώντας αυτούς τους κανόνες δεν προσβλέπει κανείς, λέει ο Μακιαβέλι, σε αρχαίες ή χριστιανικές αρετές, αλλά στην Αρετή, που για το Μακιαβέλι σήμαινε:
δύναμη, ικανότητα και εξουσία.

Στον Ηγεμόνα (Il principe) (1513) αλλά και σε άλλα γραπτά του ο Μακιαβέλι υπογραμμίζει ότι ο κανόνες πετυχημένης συμπεριφοράς στην πολιτική δε σχετίζονται με τους κανόνες της παραδοσιακής ηθικής συμπεριφοράς. Και είναι ακριβώς εδώ που ο Μακιαβέλι αμφισβητεί μια σειρά θεμελιωδών αρχών της δυτικής πολιτικής σκέψης που είχαν μείνει ανέγγιχτες από τους προηγούμενους ουμανιστές. Οι φιλόσοφοι ήδη από τα χρόνια του Πλάτωνα υποστήριζαν ότι υπήρχε άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στη φύση, την ευτυχία και την αρετή. Η φύση ήθελε οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι. Ήταν έτσι φτιαγμένη ώστε να παράγει ευτυχία για όσους ακολουθούσαν τους κανόνες μιας ενάρετης ζωής. Η άσκηση της αρετής οδηγούσε στην ευτυχία. Ανάλογα πράγματα ίσχυαν και στην πολιτική. Τα κράτη ως φυσικοί θεσμοί, για να είναι ευτυχισμένα, έπρεπε να διοικούνται από ενάρετους ηγεμόνες.

Αυτήν ακριβώς τη σύνδεση φύσης, ευτυχίας και αρετής σπάει ο Μακιαβέλι στο 15 κεφ. του Ηγεμόνα (Il principe). όπου ισχυρίζεται τα εξής:

Επειδή υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο πώς ζουν οι άνθρωποι και στο πώς θα έπρεπε να ζουν, ο ηγεμόνας που παραβλέπει αυτό που συνήθως γίνεται προς χάριν αυτού που θα έπρεπε να γίνεται οδηγεί στην καταστροφή όχι στην αυτοσυντήρηση. Γιατί ένας άνθρωπος που επιθυμεί να ενεργεί με καλοσύνη αναπόφευκτα θα οδηγηθεί στην καταστροφή ανάμεσα σε τόσους άλλους που δεν είναι καλοί. Συνεπώς ο ηγεμόνας που επιθυμεί να παραμείνει στην εξουσία θα πρέπει απαραίτητα να αποκτήσει την ικανότητα να πράττει το κακό, χρησιμοποιώντας την ή μη, ανάλογα με το τι απαιτούν οι περιστάσεις.
Είναι το γνωστό "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα". Με αυτό τον τρόπο αρνείται τη βασική θέση όλων των στοχαστών από την εποχή του Κικέρωνα και μετά ότι δεν μπορεί να υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στο ηθικό και το χρήσιμο, το honestum και το utile.

Ο Μακιαβέλι είναι ο πατέρας της σύγχρονης πολιτικής σκέψης. Θεωρεί ότι η πολιτική υπάγεται στους δικούς της κανόνες, που δεν είναι ίδιοι με τους ηθικούς κανόνες, και ότι οι ηγεμόνες κρίνονται από τα αποτελέσματα των πράξεών τους.

Θα ήταν ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την εφαρμογή της θέσης αυτής όχι μόνο στην πολιτική, αλλά και σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας μέχρι τις μέρες μας. (εκκοσμίκευση πολιτικής ζωής –μαντήλα στη Γαλλία–, διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας, το γνωστό μότο του Κωνσταντίνου Καραμανλή : "στην πολιτική υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δε λέγονται και πράγματα που λέγονται και δε γίνονται", κλπ.).

Με τις θέσεις του αυτές ο Μακιαβέλι μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος της κορυφαίας διαμάχης θεωρίας και λογοτεχνίας του 16ου αιώνα, που είναι η διαμάχη αρχαίων και μοντέρνων (βλ. επόμενο μάθημα).