Περίληψη του Κειμένου του E. H. Gombrich , ‘The Renaissance: Period or Movement?’ Εισαγωγή (σσ. 23-24) ● αυτοαναφορικότητα αναγέννησης· όχι μόνο αυτοπροσδιορίζεται, αλλά και καθορίζει μέσα από τον αυτοπροσδιορισμό της και όλη την προηγούμενη περίοδο (μέσοι χρόνοι, μεσαίωνας), οπτική που υιοθετούμε και σήμερα. Η αναγέννηση ως ανάκτηση/ανάρρωση (σσ. 24-28) ● αίτημα του Πετράρχη για επιστροφή ‘στην αγνή, πρωτόγονη λαμπρότητα’ (σ. 24), που μπορεί να ερμηνευθεί τόσο σε θρησκευτικό όσο και σε κοσμικό επίπεδο· ο κόσμος είχε φθαρεί, είχε θαφτεί κάτω από ένα παχύ στρώμα κακώς νοούμενης παράδοσης και υπήρχε ανάγκη να ανακτηθεί ό,τι είχε χαθεί μέσα στα πυκνά σκοτάδια των μέσων χρόνων (χαμένοι αρχαίοι συγγραφείς και το εκλεπτυσμένο ύφος τους, χαμένες αξίες και γνώση της αρχαιότητας, χαμένη γνώση των αρχαίων ελληνικών). ● η έννοια των ‘εποχών’/περιόδων της ιστορίας· αίτημα για επιστροφή στη ‘χρυσή εποχή’ μέσω ενός προγράμματος κυρίως εκπαιδευτικού (πανεπιστήμια/ αναδιοργάνωση γνώσης)· επανάσταση Triviumvs. Quadrivium και έμφαση σε γλώσσα, στιλ, ρητορική (με βάση τα κλασικά πρότυπα)· μέσα από αυτή την επανάσταση γεννιούνται οι ουμανιστές και οι ουμανισμοί. ● η αναγέννηση και η κλασική αρχαιότητα αξιολογούνται θετικά, ο μεσαίωνας αρνητικά (βλ. το πρώτο διάγραμμα αξιολόγησης στη σ. 28).
Η αναγέννηση ως πρόοδος (σσ. 28-33) ● η αναγέννηση ξεκινάει να ανακαλύψει την ομορφιά του αρχαίου πνεύματος και της αρχαίας τέχνης, αλλά κάποια στιγμή γίνεται αντιληπτό ότι ο κόσμος της δεν είναι ένας ‘αναγεννημένος’ αρχαίος κόσμος. Ειδοποιός διαφορά: εφευρέσεις (μπαρούτι, τυπογραφία, ναυτική πυξίδα). Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με έναν νέο κόσμο (τον νεότερο ή modern) για τον οποίο υπάρχει η ελπίδα ότι μπορεί να γίνεται ολοένα και καλύτερος (η ιδέα της προόδου με άλλα λόγια· βλ. το δεύτερο διάγραμμα αξιολόγησης στη σ. 28). Αυτό έχει τον αντίκτυπό του στην ιστορία και τη γραφή της από το Vico και το Herder ως το Rousseau και το Roscoe [μιλά κυρίως για 18ο αι.]. ● με την εμφάνιση του ρομαντισμού και ιδίως στο 19ο αι. (περίοδο εθνικισμού-εθνικών κρατών) αρχίζει να προβάλλει μια διαφορετική αποτίμηση της αναγέννησης = περίοδος ειδωλολατρίας, απιστίας (σε αντίθεση με τον ευλαβή, θρησκευτικό μεσαίωνα). Η αναγέννηση και η κλασική αρχαιότητα αξιολογούνται αρνητικά, ο μεσαίωνας θετικά (βλ. το διάγραμμα αξιολόγησης στη σ. 30). ● ο Hegel με την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας (δε θα μπορούσε να έχει υπάρξει η αναγέννηση της κλασικής αρχαιότητας, αν δεν είχε προηγηθεί ο σκοταδιστικός μεσαίωνας) καταφέρνει να συμφιλιώσει την ιδέα της αναγέννησης-προόδου με τη ρομαντική αποτίμηση των μέσων χρόνων. Η ερμηνεία του για την αναγέννηση (μια νέα εποχή, ένας νέος κρίκος στην αδιάκοπη εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος) και ιδιαίτερα η ιδέα του Zeitgeist που εισηγείται βρίσκουν τεράστια απήχηση. ● καθοριστικές είναι και οι απόψεις του Michelet(η αναγέννηση είναι η ανακάλυψη του κόσμου και η ανακάλυψη του Ανθρώπου) και του Burckhardt(η αναγέννηση είναι ο προάγγελος του μοντέρνου κόσμου και οι Ιταλοί οι πρώτοι μοντέρνοι άνθρωποι) [ο Gombrich επικρίνει όμως τον Burckhardt γιατί ενέταξε στην αναγέννηση και ό,τι του άρεσε από το μεσαίωνα]. Οι απόψεις του Burckhardt έγιναν αποδεκτές από τους ιστορικούς και το ευρύτερο κοινό και μετά από αυτόν οι άνθρωποι άρχισαν ολοένα και περισσότερο να βλέπουν στην αναγέννηση ένα αντιθρησκευτικό, απελευθερωτικό κίνημα.
Επανερμηνεύοντας την αναγέννηση (σσ. 33-46) ● ερμηνείες σαν την τελευταία προκάλεσαν την αντίδραση, πρωτίστως της (ρωμαιοκαθολικής) εκκλησίας. Υποστηρίχθηκε, λοιπόν, πως δεν ήταν ο Πετράρχης, αλλά ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης που σηματοδότησε την εκ νέου ανακάλυψη του κόσμου και του Ανθρώπου και, άρα, και τη στροφή στην αναγέννηση. Υποστηρίχθηκε ακόμη (και δικαίως) ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες και διανοητές της εποχής ήταν χριστιανοί/εμφορούνταν από χριστιανικές ιδέες· συνεπώς, η αναγέννηση δεν μπορεί να υπήρξε ένα αντιθρησκευτικό/αντιχριστιανικό κίνημα. ● ένα άλλο πλήγμα ήρθε από την ιστορία της επιστήμης: αν η αναγέννηση είναι η επανάσταση του Trivium στο Quadrivium, τότε η εποχή δε θα έπρεπε να έχει να επιδείξει σπουδαία επιτεύγματα στο χώρο των θετικών επιστημών. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να αποδεχτεί την ορθότητα αυτής της ρήσης, αν θεωρήσει πρόσωπο-κλειδί της εποχής το Γαλιλαίο (που το βασικό του έργο γράφεται μετά το 1600) και αν εξαιρέσει το Ντα Βίντσι ως ‘ειδική περίπτωση’· πώς μπορεί όμως να παρακάμψει τον Κοπέρνικο , έναν τυπικό ουμανιστή/ αναγεννησιακό άνθρωπο, η ηλιοκεντρική θεωρία του οποίου δημοσιεύεται κιόλας το 1543; Τι ήταν αυτό που έκανε τον Κοπέρνικο να βυθιστεί στην κλασική γραμματεία; Πιθανότατα, η μυστικιστική τάση της αναγέννησης, που έβλεπε στα αρχαία κείμενα μια μυστική γνώση που μπορούσε να προσφέρει ένα είδος μαγικής δύναμης (στοιχείο που αγνοήθηκε τόσο από τους ‘προοδευτικούς’ όσο και από τους ‘παραδοσιακούς’ ερμηνευτές της περιόδου). ● ο Gombrich δηλώνει την αντίθεσή του στην ιδέα της ‘εποχής’ και του Zeitgeist και δίνει έμφαση στην ατομικότητα: σε κάθε περίοδο υπάρχουν άνθρωποι που διαφέρουν πολύ σε όλα· οι άνθρωποι που μιλούν για την εποχή τους είναι λίγοι, είναι μια ελίτ που απαρτίζεται από άτομα που δεν έχουν αναγκαστικά όλα μια κοινή συνισταμένη. Κατά τη γνώμη του, η αναγέννηση δεν είναι εποχή, αλλά κίνημα: ένα ‘κίνημα’ είναι κάτι που διακηρύσσεται· προσελκύει φανατικούς οπαδούς, αλλά και περιστασιακούς θιασώτες· περιλαμβάνει κάθε είδους φράξιες και πτέρυγες, και φυσικά έχει και αντιπάλους, αλλά και πολλούς ουδέτερους θεατές που παρακολουθούν αδιάφοροι. Γι’ αυτόν, το σημαντικότερο ζήτημα είναι η εξήγηση της επιτυχίας της αναγέννησης ως κινήματος σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα το ερώτημα γιατί συγκεκριμένοι νεωτερισμοί γίνονται ευρύτερα αποδεκτοί, ενώ άλλοι όχι. Για τους ‘τεχνικούς’ νεωτερισμούς (εφευρέσεις) απαντά ‘επειδή είναι χρήσιμοι’, αλλά για την τέχνη και για τη λογοτεχνία ειδικότεραδεν έχει απάντηση· φέρνει μόνο το παράδειγμα της ζωγραφικής και του Dürer(οι δύο βασικές καινοτομίες της αναγέννησης είναι η προοπτική και το γυμνό) και κάποια παράλληλα παραδείγματα από την αρχιτεκτονική [η συλλογιστική του είναι χρησιμοθηρική, όχι αισθητική]. ● ο Gombrich κλείνει το δοκίμιό του δηλώνοντας την πίστη του σε κάποιου είδους ‘αλήθεια’, σε κάποια ‘πραγματικά’ επιτεύγματα, σε κάποιες ‘πραγματικές’ κατακτήσεις. Επικρίνει τις φιλοσοφίες που βλέπουν την πρόοδο ως κάτι μεταφυσικό και που θεωρούν ότι ο ρους της ιστορίας είναι προκαθορισμένος από κάποιου είδους πνεύμα (Hegel), αλλά αρνείται να προσχωρήσει στον πλήρη ‘σκεπτικισμό’. Θεωρεί ότι συγκεκριμένες ερμηνείες είναι δυνατές για συγκεκριμένα προβλήματα και ότι η λεπτομερής ανάλυση μιας δεδομένης κατάστασης μπορεί κάποιες φορές να μας επιτρέψει να εξηγήσουμε τι ήταν αυτό λ.χ. που εξασφάλισε το θρίαμβο ενός συγκεκριμένου κινήματος σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Γιατί, όπως λέει, η επιτυχία της αναγέννησης δεν ήταν απλώς μια σύμπτωση [Ο συγγραφέας έβλεπε την κρίση της ιστορίας να έρχεται, αν δεν ήταν ήδη εκεί].
E. H. Gombrich , ‘The Renaissance: Period or Movement?’
Εισαγωγή (σσ. 23-24)
● αυτοαναφορικότητα αναγέννησης· όχι μόνο αυτοπροσδιορίζεται, αλλά και καθορίζει μέσα από τον αυτοπροσδιορισμό της και όλη την προηγούμενη περίοδο (μέσοι χρόνοι, μεσαίωνας), οπτική που υιοθετούμε και σήμερα.
Η αναγέννηση ως ανάκτηση/ανάρρωση (σσ. 24-28)
● αίτημα του Πετράρχη για επιστροφή ‘στην αγνή, πρωτόγονη λαμπρότητα’ (σ. 24), που μπορεί να ερμηνευθεί τόσο σε θρησκευτικό όσο και σε κοσμικό επίπεδο· ο κόσμος είχε φθαρεί, είχε θαφτεί κάτω από ένα παχύ στρώμα κακώς νοούμενης παράδοσης και υπήρχε ανάγκη να ανακτηθεί ό,τι είχε χαθεί μέσα στα πυκνά σκοτάδια των μέσων χρόνων (χαμένοι αρχαίοι συγγραφείς και το εκλεπτυσμένο ύφος τους, χαμένες αξίες και γνώση της αρχαιότητας, χαμένη γνώση των αρχαίων ελληνικών).
● η έννοια των ‘εποχών’/περιόδων της ιστορίας· αίτημα για επιστροφή στη ‘χρυσή εποχή’ μέσω ενός προγράμματος κυρίως εκπαιδευτικού (πανεπιστήμια/ αναδιοργάνωση γνώσης)· επανάσταση Trivium vs. Quadrivium και έμφαση σε γλώσσα, στιλ, ρητορική (με βάση τα κλασικά πρότυπα)· μέσα από αυτή την επανάσταση γεννιούνται οι ουμανιστές και οι ουμανισμοί.
● η αναγέννηση και η κλασική αρχαιότητα αξιολογούνται θετικά, ο μεσαίωνας αρνητικά (βλ. το πρώτο διάγραμμα αξιολόγησης στη σ. 28).
Η αναγέννηση ως πρόοδος (σσ. 28-33)
● η αναγέννηση ξεκινάει να ανακαλύψει την ομορφιά του αρχαίου πνεύματος και της αρχαίας τέχνης, αλλά κάποια στιγμή γίνεται αντιληπτό ότι ο κόσμος της δεν είναι ένας ‘αναγεννημένος’ αρχαίος κόσμος. Ειδοποιός διαφορά: εφευρέσεις (μπαρούτι, τυπογραφία, ναυτική πυξίδα). Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με έναν νέο κόσμο (τον νεότερο ή modern) για τον οποίο υπάρχει η ελπίδα ότι μπορεί να γίνεται ολοένα και καλύτερος (η ιδέα της προόδου με άλλα λόγια· βλ. το δεύτερο διάγραμμα αξιολόγησης στη σ. 28). Αυτό έχει τον αντίκτυπό του στην ιστορία και τη γραφή της από το Vico και το Herder ως το Rousseau και το Roscoe [μιλά κυρίως για 18ο αι.].
● με την εμφάνιση του ρομαντισμού και ιδίως στο 19ο αι. (περίοδο εθνικισμού-εθνικών κρατών) αρχίζει να προβάλλει μια διαφορετική αποτίμηση της αναγέννησης = περίοδος ειδωλολατρίας, απιστίας (σε αντίθεση με τον ευλαβή, θρησκευτικό μεσαίωνα). Η αναγέννηση και η κλασική αρχαιότητα αξιολογούνται αρνητικά, ο μεσαίωνας θετικά (βλ. το διάγραμμα αξιολόγησης στη σ. 30).
● ο Hegel με την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας (δε θα μπορούσε να έχει υπάρξει η αναγέννηση της κλασικής αρχαιότητας, αν δεν είχε προηγηθεί ο σκοταδιστικός μεσαίωνας) καταφέρνει να συμφιλιώσει την ιδέα της αναγέννησης-προόδου με τη ρομαντική αποτίμηση των μέσων χρόνων. Η ερμηνεία του για την αναγέννηση (μια νέα εποχή, ένας νέος κρίκος στην αδιάκοπη εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος) και ιδιαίτερα η ιδέα του Zeitgeist που εισηγείται βρίσκουν τεράστια απήχηση.
● καθοριστικές είναι και οι απόψεις του Michelet (η αναγέννηση είναι η ανακάλυψη του κόσμου και η ανακάλυψη του Ανθρώπου) και του Burckhardt (η αναγέννηση είναι ο προάγγελος του μοντέρνου κόσμου και οι Ιταλοί οι πρώτοι μοντέρνοι άνθρωποι) [ο Gombrich επικρίνει όμως τον Burckhardt γιατί ενέταξε στην αναγέννηση και ό,τι του άρεσε από το μεσαίωνα]. Οι απόψεις του Burckhardt έγιναν αποδεκτές από τους ιστορικούς και το ευρύτερο κοινό και μετά από αυτόν οι άνθρωποι άρχισαν ολοένα και περισσότερο να βλέπουν στην αναγέννηση ένα αντιθρησκευτικό, απελευθερωτικό κίνημα.
Επανερμηνεύοντας την αναγέννηση (σσ. 33-46)
● ερμηνείες σαν την τελευταία προκάλεσαν την αντίδραση, πρωτίστως της (ρωμαιοκαθολικής) εκκλησίας. Υποστηρίχθηκε, λοιπόν, πως δεν ήταν ο Πετράρχης, αλλά ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης που σηματοδότησε την εκ νέου ανακάλυψη του κόσμου και του Ανθρώπου και, άρα, και τη στροφή στην αναγέννηση. Υποστηρίχθηκε ακόμη (και δικαίως) ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες και διανοητές της εποχής ήταν χριστιανοί/εμφορούνταν από χριστιανικές ιδέες· συνεπώς, η αναγέννηση δεν μπορεί να υπήρξε ένα αντιθρησκευτικό/αντιχριστιανικό κίνημα.
● ένα άλλο πλήγμα ήρθε από την ιστορία της επιστήμης: αν η αναγέννηση είναι η επανάσταση του Trivium στο Quadrivium, τότε η εποχή δε θα έπρεπε να έχει να επιδείξει σπουδαία επιτεύγματα στο χώρο των θετικών επιστημών. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να αποδεχτεί την ορθότητα αυτής της ρήσης, αν θεωρήσει πρόσωπο-κλειδί της εποχής το Γαλιλαίο (που το βασικό του έργο γράφεται μετά το 1600) και αν εξαιρέσει το Ντα Βίντσι ως ‘ειδική περίπτωση’· πώς μπορεί όμως να παρακάμψει τον Κοπέρνικο , έναν τυπικό ουμανιστή/ αναγεννησιακό άνθρωπο, η ηλιοκεντρική θεωρία του οποίου δημοσιεύεται κιόλας το 1543; Τι ήταν αυτό που έκανε τον Κοπέρνικο να βυθιστεί στην κλασική γραμματεία; Πιθανότατα, η μυστικιστική τάση της αναγέννησης, που έβλεπε στα αρχαία κείμενα μια μυστική γνώση που μπορούσε να προσφέρει ένα είδος μαγικής δύναμης (στοιχείο που αγνοήθηκε τόσο από τους ‘προοδευτικούς’ όσο και από τους ‘παραδοσιακούς’ ερμηνευτές της περιόδου).
● ο Gombrich δηλώνει την αντίθεσή του στην ιδέα της ‘εποχής’ και του Zeitgeist και δίνει έμφαση στην ατομικότητα: σε κάθε περίοδο υπάρχουν άνθρωποι που διαφέρουν πολύ σε όλα· οι άνθρωποι που μιλούν για την εποχή τους είναι λίγοι, είναι μια ελίτ που απαρτίζεται από άτομα που δεν έχουν αναγκαστικά όλα μια κοινή συνισταμένη. Κατά τη γνώμη του, η αναγέννηση δεν είναι εποχή, αλλά κίνημα: ένα ‘κίνημα’ είναι κάτι που διακηρύσσεται· προσελκύει φανατικούς οπαδούς, αλλά και περιστασιακούς θιασώτες· περιλαμβάνει κάθε είδους φράξιες και πτέρυγες, και φυσικά έχει και αντιπάλους, αλλά και πολλούς ουδέτερους θεατές που παρακολουθούν αδιάφοροι. Γι’ αυτόν, το σημαντικότερο ζήτημα είναι η εξήγηση της επιτυχίας της αναγέννησης ως κινήματος σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα το ερώτημα γιατί συγκεκριμένοι νεωτερισμοί γίνονται ευρύτερα αποδεκτοί, ενώ άλλοι όχι. Για τους ‘τεχνικούς’ νεωτερισμούς (εφευρέσεις) απαντά ‘επειδή είναι χρήσιμοι’, αλλά για την τέχνη και για τη λογοτεχνία ειδικότερα δεν έχει απάντηση· φέρνει μόνο το παράδειγμα της ζωγραφικής και του Dürer (οι δύο βασικές καινοτομίες της αναγέννησης είναι η προοπτική και το γυμνό) και κάποια παράλληλα παραδείγματα από την αρχιτεκτονική [η συλλογιστική του είναι χρησιμοθηρική, όχι αισθητική].
● ο Gombrich κλείνει το δοκίμιό του δηλώνοντας την πίστη του σε κάποιου είδους ‘αλήθεια’, σε κάποια ‘πραγματικά’ επιτεύγματα, σε κάποιες ‘πραγματικές’ κατακτήσεις. Επικρίνει τις φιλοσοφίες που βλέπουν την πρόοδο ως κάτι μεταφυσικό και που θεωρούν ότι ο ρους της ιστορίας είναι προκαθορισμένος από κάποιου είδους πνεύμα (Hegel), αλλά αρνείται να προσχωρήσει στον πλήρη ‘σκεπτικισμό’. Θεωρεί ότι συγκεκριμένες ερμηνείες είναι δυνατές για συγκεκριμένα προβλήματα και ότι η λεπτομερής ανάλυση μιας δεδομένης κατάστασης μπορεί κάποιες φορές να μας επιτρέψει να εξηγήσουμε τι ήταν αυτό λ.χ. που εξασφάλισε το θρίαμβο ενός συγκεκριμένου κινήματος σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Γιατί, όπως λέει, η επιτυχία της αναγέννησης δεν ήταν απλώς μια σύμπτωση [Ο συγγραφέας έβλεπε την κρίση της ιστορίας να έρχεται, αν δεν ήταν ήδη εκεί].
Το κείμενο του Γκόμπριχ για την Αναγέννηση μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ:
http://rapidshare.com/files/71607143/Gombrich.pdf
ΠΙΝΑΚΕΣ ΣΣ. 38-43 ΠΟΥ ΔΕ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΘΑΡΑ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΤΥΠΙΕΣ